Ήταν ένας άνθρωπος που κάθε μέρα
ανέβαινε σ’ ένα τραίνο
και το βραδάκι κατέβαινε σε κάποιο σταθμό.
Έκλεβε εύκολα
κι έβγαζε το ψωμί του και τα εισιτήρια.
Πολύ σπάνια έμπαινε σε πλοίο.
«Δεν μ’ ενδιαφέρει τίποτα πάρα πολύ»,συνήθιζε να λέει.
Eίχε χαρούμενα μάτια και του άρεσε να κοιτάζει
τα νοτισμένα δέντρα το πρωί.
Δεν κουραζόταν εύκολα και,
πολύ σπάνια,
σκότωνε κάτι ή κάποιον
που τον ενοχλούσε.
Δεν θα τον γνωρίσετε ποτέ,
τον αγαπάνε τα μικρά παιδιά.
Πίνει ρακή και μου μοιάζει.